περιστερά

ἡ περιστερά голубь (дикий)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "περιστερά" в других словарях:

  • περιστερά — περιστερά̱ , περιστερά common pigeon fem nom/voc/acc dual περιστερά̱ , περιστερά common pigeon fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιστερά — η голубка – 1) дарохранительница в виде голубя; 2) символ мира; 3) голубь, который принес Ною ветку маслины …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • περιστερᾷ — περιστερά common pigeon fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιστερά — I (Αστρον.). Μικρός αστερισμός του Ν. ημισφαίριου. Αποτελείται βασικά από σκοτεινά αστέρια. II Ορεινός οικισμός (υψόμ. 570 μ.), στην πρώην επαρχία Λαγκαδά του νομού Θεσσαλονίκης. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (28 τ. χλμ.). * * * η, ΝΜΑ… …   Dictionary of Greek

  • περιστέρα — I (Αστρον.). Μικρός αστερισμός του Ν. ημισφαίριου. Αποτελείται βασικά από σκοτεινά αστέρια. II Ορεινός οικισμός (υψόμ. 570 μ.), στην πρώην επαρχία Λαγκαδά του νομού Θεσσαλονίκης. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (28 τ. χλμ.). * * * η, ΝΜ βλ.… …   Dictionary of Greek

  • Περιστέρα — Sp Peristerà Ap Περιστέρα/Peristera L s. ir g tė Š. Sporadų ss., Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • περιστέρα — η το πουλί περιστερά, περιστέρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λευκή Περιστέρα — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 30 κάτ.) του νομού Χαλκιδικής. Βρίσκεται στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, σχεδόν στο μέσο της ανατολικής ακτής της. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κασσάνδρας …   Dictionary of Greek

  • Παλαιά Περιστέρα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 90 μ.), στην πρώην επαρχία Πατρών, του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγίου Στεφάνου …   Dictionary of Greek

  • περιστεράν — περιστερά̱ν , περιστερά common pigeon fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιστεράς — περιστερά̱ς , περιστερά common pigeon fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.